tarsoptose

tarsoptose
f
плоскостопие, плоская стопа

Dictionnaire médical français-russe.

Regardez d'autres dictionnaires:

  • ταρσόπτωση — και ταρσοπτωσία, η, Ν ιατρ. η εξάλειψη τής καμάρας τού ποδιού, αλλ. πλατυποδία. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. tarsoptose (< ταρσός + πτώση)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”